ἐρικτέανος

ἐρικτέᾰνος, ον,
A wealthy, Opp.C.1.312.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερικτέανος — ἐρικτέανος, ον (Α) ο πλούσιος, αυτός που έχει αποκτήσει πολλά («ἐρικτέανοι βασιλῆες», Οππ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + κτέανον «κτήμα, περιουσία» < κτώμαι] …   Dictionary of Greek

  • ἐρικτεάνου — ἐρικτέανος wealthy masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικτέανοι — ἐρικτέανος wealthy masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

  • ερικτήμων — ἐρικτήμων, ον (Α) ο πλούσιος, ο ερικτέανος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + κτήμων (< κτήμα πρβλ. α κτήμων, γαιο κτήμων)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.